Αναζήτηση / Search

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Η ιστορία της Capoeira

Capoeira στο σούρουπο με παραδοσιακή μουδική
Η Capoeira είναι μια βραζιλιάνικη πολιτιστική έκφραση που εμπεριέχει χορό, πολεμική τέχνη, φιλοσοφία, άθληση και εκπαίδευση. Εξελίχτηκε στη Βραζιλία από μαύρους σκλάβους, κυρίως από την περιοχή της Angola, οι οποίοι αρχικά μεταφέρθηκαν από την Αφρική για να χρησιμεύσουν ως εργατικά χέρια στην παραγωγή ζαχαροκάλαμου.

Οι σκλάβοι έφεραν ζωντανή την κουλτούρα τους και οι διάφορες εκφράσεις της αποτέλεσαν βασικά στοιχεία κατα τη δημιουργία και την εξέλιξη της Capoeira. Το 1500μ.χ. ο Pedro Alvarez Cabral φτάνει στη Βραζιλία. Το 1530μ.χ. το πορτογαλικό βασίλειο ξεκινά την αποικιοκρατία της καινούργια κατακτημένης γης. Όπως συνηθιζόταν, μια από της πρώτες κινήσεις ήταν η αιχμαλωσία του τοπικού πληθυσμού, των βραζιλιάνων ιθαγενών, για την εξασφάλιση εργατικών χεριών.

Όμως η προσπάθεια με τους ντόπιους απέτυχε. Οι ιθαγενείς πέθαιναν εύκολα στην αιχμαλωσία από τις ασθένειες που τους μετέδιδαν οι πορτογάλοι, από την κακομεταχείριση ή ακόμα και από το γεγονός ότι δεν ήταν συνηθισμένοι στη σκληρή δουλειά. Τότε οι πορτογάλοι άρχισαν να εισάγουν σκλάβους εργάτες από την Αφρική. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ελεύθεροι άντρες αιχμαλωτίζονταν και επιβιβάζονταν στα φρικιαστικά και μολυσμένα αμπάρια των νέγρικων πλοίων, σε ένα εφιαλτικό ταξίδι με πορεία την σκλαβιά. Έτσι άρχισαν να φτάνουν οι μαύροι αφρικανοί, αρχικά σε εκατοντάδες και μετά σε χιλιάδες.

Κατά τη μεταφορά τους στη Βραζιλία λοιπόν, οι σκλάβοι έφεραν μαζί τους τα ήθη, τα έθιμα, τη θρησκεία, τους χορούς, την κουζίνα και την κουλτούρα τους. Μια ζωντανή κουλτούρα, πολύ διαφορετική από την ευρωπαϊκή. Μια κουλτούρα που δεν ήταν φυλαγμένη σε βιβλία ή σε μουσεία. Γεννιόταν στο σώμα, στο πνεύμα και στην καρδιά του κάθε άντρα, μεταβιβαζόταν από πατέρα σε γιο, από μυημένο σε αρχάριο, από γενιά σε γενιά.

Φτάνοντας στην καινούργια γη αντιμετώπισαν μια δύσκολη πραγματικότητα, ζώντας στα ‘Senzalas’ (χώροι που έμεναν οι σκλάβοι που δούλευαν στις καλλιέργειες), και υποφέροντας μεγάλες βαρβαρότητες που τους οδηγούσαν να επαναστατήσουν πολλές φορές ακόμα και με την φυγή ή την αυτοκτονία. Ενστικτωδώς οι σκλάβοι αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να εξελίξουν μέσω του σώματoς, ένα είδος αυτοάμυνας και πάλης, την οποία θα χρησιμοποιούσαν ως όργανο για την απελευθέρωσή τους.

Με τις ολλανδικές εισβολές (1600) η καταπίεση και η αυστηρή παρακολούθηση των σκλάβων χαλάρωσε. Συνεπώς, με την αμέλεια των αρχών, οι σκλάβοι βρήκαν ευνοϊκές τις συνθήκες για να αυξήσουν τις φυγές τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα ‘Quilombos’. Τα ‘Quilombos’ ήταν οργανωμένες κοινότητες σκλάβων φυγάδων που βρίσκονταν σε στρατηγικά σημεία, κρυμμένα στα τροπικά βραζιλιάνικα δάση.

Σ’ αυτό το νέο σπίτι οι μαύροι μπορούσαν να έχουν μια αξιοπρεπή ζωή, ζώντας ελεύθεροι και μπορώντας να εκφράσουν την πλούσια κουλτούρα των προγόνων τους. Το πιο σημαντικό από τα ‘Quilombos’ ήταν αυτό του ‘Palmares’ (1604 – 1695). Δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα εαν η Capoeira άρχισε να εξελίσσεται στα quilombos ή στα Senzalas.

Με την αύξηση του αριθμού των φυγών και των επαναστάσεων των μαύρων, οι Senhores (αφέντες) υποπτεύθηκαν ότι οι σκλάβοι εξέλισσαν ένα αποτελεσματικό όπλο. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να παρακολουθούν τις δραστηριότητες τους. Οι σκλάβοι, σε αντίθεση, περιέλαβαν τη μουσική και αλληγορικές κινήσεις για να μεταμφιέσουν την εξάσκηση της Capoeira. Μ’ αυτό τον τρόπο ο μαύρος εξασφάλισε την επιβίωση και την εξέλιξη αυτής της τέχνης.

Μετά την απελευθέρωση των σκλάβων (1889), οι μαύροι κατευθύνθηκαν στις πόλεις, όπου λόγω έλλειψης δουλειάς λόγω της διάκρισης και του ανταγωνισμού άλλων φυλών, αναγκάστηκαν να μείνουν άνεργοι, ζώντας στο περιθώριο. Σ’ αυτή τη φάση, πολλοί μαύροι άρχισαν να χρησιμοποιούν την Capoeira ως επικίνδυνο όπλο, διαπράττοντας εγκλήματα, δημιουργώντας αταξίες και επαναστάσεις, που σε πολλές περιπτώσεις ήταν συμβάντα υποκινημένα από πολιτικούς.

Αυτή η κατάσταση ανάγκασε τις αρχές των πόλεων Rio de Janeiro, Salvador και Recife, να δημιουργήσουν μια νομοθεσία που καταδίκαζε οποιονδήποτε εξασκούσε Capoeira (1900). Παρά την έντονη καταπίεση που υπέφερε, η Capoeira εξελίχτηκε από πολλούς Μαέστρους (Mestres) που την αγαπούσαν και έδιναν μια συνέχεια με γενναιόψυχο τρόπο. Το Salvador ( η πρωτεύουσα της πολιτείας της Bahia) υπήρξε η μητέρα-γη όπου εξελίχθηκε η Capoeira και από τους σημαντικότερους στην εξέλιξή της Mestres, ξεχωρίζουν ο Mestre Pastinha και ο Mestre Bimba. Ο Mestre Pastinha ( Uincente Ferreira Pastinha / 1889 – 1981), υπήρξε ο μεγάλος Mestre της Capoeira Angola, τελειοποιώντας την τέχνη των σκλάβων.

Οργάνωσε μια σχολή και καθιέρωσε μια μέθοδο διδασκαλίας βασισμένη στις παλιές παραδόσεις, κάτοχος μιας μοναδικής φιλοσοφίας, συνήθιζε να λέει ότι « η Capoeira είναι ό,τι μπορεί να φάει το στόμα ». Ο Mestre Bimba (Manuel dos Reis Machado / 1900 – 1974 ), υπήρξε ένας ολοκληρωμένος capoerista, που θαυμάστηκε από τους ίδιους του τους αντιπάλους. Εξασκούσε την Capoeira Angola, την οποία στη συνέχεια ανάμειξε/ συγχώνευσε με κινήσεις από άλλες πολεμικές τέχνες, δημιουργώντας την ‘Luta Regional Bahiana’ (τοπική πάλη της Bahia) ή κοινώς γνωστή ως Capoeira Regional, κάτοχο μιας ιδιαίτερης και επαναστατικής μεθόδου που βίραρε την πορεία της εξάσκησης αυτής της πάλης.

Ο Bimba υπήρξε ο υπεύθυνος για την ακύρωση των νόμων που απαγόρευαν την εξάσκηση της Capoeira στη Βραζιλία, όπως και για την εισαγωγή αυτής της τέχνης στις υψηλές κοινωνικές τάξεις (1937). Από τη δημιουργία της Capoeira Regional, αυτό το στυλ προώθησε την Capoeira λόγω της μεγάλης κοινωνικής της προβολής. Στην δεκαετία του ’50 συνέβη μια εξάπλωση της Capoeira Regional από την Bahia μέχρι την υπόλοιπη Βραζιλία, κυρίως λόγω της μετανάστευσης από τις βόρειες επαρχίες όπως η Bahia, το Pernambuco, το Maranhao, η Alagoas και η Ceara.

Η Capoeira Angola διατηρήθηκε αφανής στην επαρχία της Bahia, όπου την πρόσεχαν και την συνέχιζαν οι Mestres της Angola (angoleiros). Μέσα στη δεκαετία του ’70 με ’80, μεγάλοι Mestres δημιούργησαν ομάδες (grupos) της Capoeira σε όλη τη Βραζιλία με μεγάλη επιρροή, φέρνοντας κυρίως τις τάσεις της Capoeira Regional. Μέσα σ’ αυτά έχουμε τα γκρουπ ‘Cordao de Ouro’ του Mestre Suassuna, ‘Senzala’ του Mestre Itamar , ‘Abada’ του Mestre Camisa και το γκρουπ ‘Senzala de Santos’ του Mestre Sombra. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 συνέβη μια αναγέννηση της Capoeira Angola, λόγω της κοινωνικής δουλειάς του Mestre Moraes, ιδρυτή του γκρουπ G.C.A.P. (Grupo de Capoeira Angola Pelourinho), από τη Bahia και μαθητή του Mestre Joao Grande. Από εκείνη τη στιγμή, η Βραζιλία γνώρισε πολλούς μεγάλους Mestres της Angola, όπως ο Joao Pequeno, o Curio και o Bobo μεταξύ άλλων.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, κάποιοι Mestres αποφάσισαν να φέρουν την Capoeira σε άλλες χώρες, προκαλώντας εκεί μεγάλες προσδοκίες. Αυτές οι πρώτες εμπειρίες κινητοποίησαν τα βραζιλιάνικα γκρουπ για την διεθνοποίηση της Capoeira, μεταφέροντάς την στην υπόλοιπη Νότιο Αμερική, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.

Σήμερα, η Capoeira στην Βραζιλία έχει εξαπλωθεί πάρα πολύ, κατά μήκος όλης της έκτασης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν χιλιάδες ακαδημίες που ετησίως ετοιμάζουν αναρίθμητες εκδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο. Σε διεθνές επίπεδο, η Capoeira είναι πλέον παρούσα σε 65 χώρες του κόσμου και επιβεβαιώνει την επιτυχία της ως εργαλείο δουλειάς στην επίλυση προβλημάτων σε διάφορα ανθρώπινα επίπεδα.

Ανάμεσα στα γκρουπ που προβλήθηκαν στην Ευρώπη αναδύθηκε το γκρουπ ‘Banzo de Senzala’, το οποίο διευθύνει ο Contra-Mestre Ediandro de Almeida και το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Βαρκελώνη. Ο Contra-Mestre Ediandro προέρχεται από το γκρουπ ‘Senzala de Santos’ του Mestre Sombra που είχε αναφερθεί νωρίτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το σχόλιό σας μετράει !

Related Posts with Thumbnails